«Τοῖς ἐν σκότει ἁμαρτημάτων πορευομένοις φῶς ἀνέτειλας,
Χριστέ, τῷ καιρῷ τῆς ἐγκρατείας».
Μία πορεία εἶναι ἡ ζωή τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τμῆμα
τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ καί ἡ παρούσα περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Καί ὅπως κάθε ἐπίγεια πορεία, γιά νά εἶναι ἀσφαλής, ἀπαραίτητη προϋπόθεση εἶναι
ἡ ὕπαρξη φωτός πού θά ἐπιτρέπει στόν ὁδοιπόρο νά βλέπει καί νά ἀποφεύγει τίς
κακοτοπιές τοῦ δρόμου καί τούς κάθε εἴδους κινδύνους πού ἐλλοχεύουν, ἔτσι καί
στήν πνευματική πορεία πού διανύει ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὁ κάθε πιστός, κατά τή
διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του σκότος καί φῶς εἶναι τά δύο στοιχεῖα πού ἐναλλάσσονται
καί καθορίζουν τήν ἔκβαση τῆς πορείας.
Τό σκότος, σύμφωνα μέ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας
μας, δέν εἶναι κάτι αὐτοτελές καί αὐθύπαρκτο· σκότος εἶναι ἡ ἔλλειψη καί ἡ ἀπουσία
τοῦ φωτός, ὅπως συμβαίνει καί στή φυσική μας ζωή, ὁπότε ἡ ἀπουσία τοῦ ἡλίου ἤ
τοῦ τεχνητοῦ φωτός προσδιορίζεται ὡς σκότος. Ἔτσι τό σκότος στήν πνευματική
πορεία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς ἀπουσίας τοῦ πνευματικοῦ φωτός,
τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης, τοῦ Χριστοῦ. Σκότος εἶναι ἡ πραγματικότητα πού
δημιουργεῖται στή ζωή μας ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία ὡς ἀντίθετο τῆς ἀρετῆς
καί τῆς ἁγιότητος, πού εἶναι τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοῦ Θεοῦ, ἐκδιώκει
τόν Θεό ἀπό τή ζωή μας, καθώς δέν μπορεῖ νά συνυπάρχει μέ τήν ἁμαρτία.