Η ἁγία ᾿Αναστασία καταγόταν
ἀπό τή μεγαλούπολη Ρώμη. Ζοῦσε στά χρόνια τοῦ βασιλέως Δεκίου καί τοῦ ἡγεμόνα
Πρόβου κατά τό ἔτος 256 μ.Χ. Σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ἐγκατέλειψε τή
ματαιότητα τοῦ κόσμου καί μπῆκε σέ μοναστήρι. Κάτω ἀπό τήν ἄγρυπνη πνευματική
καθοδήγηση τῆς πνευματικῆς της μητέρας Σοφίας μοναχῆς, προέκοπτε συνεχῶς στά
παλαίσματα τῆς μοναχικῆς πολιτείας, καταισχύνοντας τόν ἀρχέκακο διάβολο.
Αὐτός ὑποκινεῖ δικούς του ἀνθρώπους
νά ἀναγγείλουν στόν ἡγεμόνα πώς ἡ ᾿Αναστασία κηρύττει τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό
καί Δημιουργό. Λίγο πρίν ὁδηγηθεῖ στό κριτήριο, ἡ ῾Αγία ἐνισχύεται πνευματικά ἀπό
τή φωτισμένη διδασκαλία τῆς γερόντισσας Σοφίας πού τήν προτρέπει νά ὑπομείνει ὡς
τό τέλος τό μαρτύριο μέ γενναιότητα.
Χαρούμενη ἡ ᾿Αναστασία ὁδηγεῖται
στόν ἡγεμόνα, ὅπου ἐκπλήσσει τούς παρευρισκομένους μέ τήν ἀδαμάντινη
σταθερότητά της: οὔτε οἱ κολακεῖες, οὔτε οἱ ἀπειλές τήν πτοοῦν. ῾Ομολογεῖ μέ
παρρησία ὅτι γιά χάρι τοῦ ἀγαπημένου της ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕτοιμη νά ὑποστεῖ
ὄχι μόνο πάνδεινα βασανιστήρια, ἀλλά καί μυρίους θανάτους.